- πισσόλιθος
- Ηφαιστειακή ύαλος με περιεκτικότητα νερού μέχρι 10%. Έχει χρώμα μαύρο, κόκκινο ή ανοιχτό πράσινο με λιπαρή στιλπνότητα. Περιέχει μικρόλιθους και μερικές φορές εγκλείσεις. Οι π. διακρίνονται σε λιπαριτικούς, τραχειτικούς, διαβασικούς και φωνολιθικούς. Σε υψηλές θερμοκρασίες, εκλύει αέρια, που ο όγκος τους ξεπερνά κατά 15-20 φορές τον όγκο του πετρώματος. Οι π. απαντούν στις ηφαιστειογενείς περιοχές της Γαλλίας, της Ουγγαρίας, της Γερμανίας, της Μεγάλης Βρετανίας και άλλων χωρών. Χρησιμοποιείται για την παραγωγή διογκούμενου περλίτη.
* * *(I)ο, Ν(πετρογρ.) ασβεστολιθικό σφαιροειδές κρυσταλλικό σωματίδιο, χημικής προέλευσης, με συγκεντρική δομή και διάμετρο που ξεπερνά τα δύο χιλιοστόμετρα.[ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. pisolite < πίσος «μπιζέλι» + λίθος].————————(II)ο, Ν(πετρογρ.) φυσική ύαλος με κογχώδη θραυσμό, ρητινώδη λάμψη και διάστικτο με γραμμώσεις ή με ομοιόμορφο καστανό, κόκκινο, πράσινο, γκρίζο ή μαύρο χρώμα που σχηματίζεται από τη γρήγορη ψύξη ιξώδους λάβας ή μάγματος, αλλ. ρητινίτης.[ΕΤΥΜΟΛ. < πίσσα + λίθος, απόδοση στην ελλ. ξεν. όρου, πρβλ. γερμ. Pechstein (< Pech «πίσσα» + Stein «πέτρα»)].
Dictionary of Greek. 2013.